Συνέχεια του αφιερώματος στον Νορβηγικό Κινηματογράφο με την ταινία:
“Reprise” του Γιόακιμ Τρίερ
την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026 στις 9.30 μ.μ.
στην αυλή του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων
(πρώην Σχολή Ουρσουλινών) στο Κάστρο της Χώρας της Νάξου
- Διάρκεια: 1ω 45λ
- Γλώσσα: Νορβηγικά με Ελληνικούς υπότιτλους
- Χώρα: Νορβηγία (2006)
Το πρώτο μέρος εκείνου που πολύ αργότερα θα εξελισσόταν στην περίφημη «Τριλογία του Όσλο», – μαζί με τις ταινίες που ακολούθησαν: «Όσλο, 31 Αυγούστου» (2011) και «Ο Χειρότερος Άνθρωπος στον Κόσμο» (2021) – αφηγείται την ιστορία δύο νεαρών συγγραφέων και φίλων, του Phillip (Άντερς Ντάνιελσεν Λι) και του Erik (Espen Klouman Høiner), καθώς πλοηγούνται στα δαιδαλώδη μονοπάτια της φιλοδοξίας, του έρωτα, της κατάθλιψης και της επιθυμίας για επαγγελματική ανέλιξη.
Αν και ο Τρίερ πάντα πίστευε ότι θα δημιουργούσε εκλεπτυσμένα θρίλερ εμπνευσμένα από τις ταινίες των Αλέν Ρενέ και Νίκολας Ρέγκ, ωστόσο, με το «Reprise», κατέληξε σε αυτό που θα αποτελούσε σήμα κατατεθέν της κινηματογραφικής γραφής του: Ιστορίες τοποθετημένες στο εδώ και το τώρα, σαν μια μελέτη πάνω στη σύγχρονη ζωή και όλες τις πολυπλοκότητες της, γεμάτη στιλιστική αυτοπεποίθηση και συναισθηματική ειλικρίνεια. Ενώ, παράλληλα, θα δείξει στον Νορβηγό σκηνοθέτη τον δρόμο για ένα δυναμικό και οικείο σινεμά, στο οποίο δεν θα διστάσει να εκφράσει τις προσωπικές του σκέψεις.
Μπορεί για την πλειοψηφία το όνομα Γιόακιμ Τρίερ να φαντάζει κάπως άγνωστο ή στην καλύτερη να προκαλεί συνειρμούς με έναν μεγάλο Δανό σκηνοθέτη (πάρα πολύ μακρινός συγγενής), ωστόσο, για το σινεφίλ κοινό ο 47χρόνος Νορβηγός κινηματογραφικός δημιουργός, του οποίου η πιο πρόσφατη ταινία, Συναισθηματική Αξία, αποτελεί μια σπουδαία περίπτωση auter, μια ηγετική φυσιογνωμία στον χώρο του «ευρωπαϊκού κινηματογράφου τέχνης», δίπλα σε ονόματα όπως αυτά των Γιώργου Λάνθιμου, Ρούμπεν Έστλουντ και Μία Χάνσεν-Λόβε.
Ήδη από την κυκλοφορία της πρώτης του ταινίας μεγάλου μήκους, «Reprise» (2006), έως σήμερα, ο Νορβηγός σκηνοθέτης και σεναριογράφος έχει καταφέρει με τη δουλειά του να κερδίσει πολυάριθμα βραβεία και εγκωμιαστικά σχόλια σε διεθνές επίπεδο καθώς και συμμετοχή σε μερικά από τα πιο διακεκριμένα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου όπως αυτό των Καννών, του Sundance, του Τορόντο και του Κάρλοβι Βάρι.
Τα παιδικά χρόνια σε μια «κινηματογραφική» οικογένεια:
Ο χώρος ενός κινηματογραφικού στούντιο ήταν πάντα ένα οικείο περιβάλλον για τον Γιόακιμ Τρίερ. Γεννημένος στην Κοπεγχάγη, την 1η Μαρτίου του 1974, αλλά μεγαλωμένος στο Όσλο, ο Τρίερ εμβαπτίστηκε ήδη από πάρα πολύ μικρή ηλικία στο σύμπαν της 7ης τέχνης χάρη στο οικογενειακό του περιβάλλον. Ο παππούς του, Έρικ Λόχεν, υπήρξε ένας εκ των σημαντικότερων Νορβηγών σκηνοθετών της δεκαετίας του ’60 και του ’70, ενώ και οι δύο γονείς του απασχολούνταν, επίσης, επαγγελματικά στον χώρο του κινηματογράφου. Μάλιστα, ως παιδί, υπήρξε τακτικός θαμώνας των κινηματογραφικών σετ, ενώ συνήθιζε μαζί με τον ηχολήπτη πατέρα του να φτιάχνει μικρά ταινιάκια animation.
«Ο Χειρότερος Άνθρωπος στον Κόσμο»
Οι σπουδές και ο τρόπος που καθόρισαν τη διαμόρφωση του ως δημιουργό:
Επομένως, το όνειρο να γίνει κινηματογραφικός δημιουργός, είχε κατασταλάξει από νωρίς μέσα του. Στην εφηβεία του υπήρξε πρωταθλητής του skateboard ο οποίος, επιπλέον, αρεσκόταν να δημιουργεί ερασιτεχνικά βιντεάκια πάνω στο θέμα. Την περίοδο 1995-1996 θα φοιτήσει στο European Film College, στο Ebeltoft της Δανία, ενώ σε ηλικία 23 ετών θα μετακομίσει στο Λονδίνο για να σπουδάσει σκηνοθεσία στο National Film and Television School με καθηγητές διακεκριμένες προσωπικότητες της μεγάλης οθόνης όπως ο Στίβεν Φρίαρς.
Για τον Γιόακιμ Τρίερ τα χρόνια των σπουδών του υπήρξαν καθοριστικά για την εξέλιξη του ως σκηνοθέτης, όχι μόνο γιατί του έμαθαν όλη τη διαδικασία που απαιτείται για να δημιουργήσει κάποιος μια ταινία, αλλά και επειδή ενστάλαξαν μέσα του ένα πάρα πολύ βασικό «μάθημα», το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, συνοψίζεται στο εξής: «Ποτέ μη φτιάχνεις μια ταινία μόνος!». Και αυτό είναι ένα μάθημα που ο Νορβηγός κινηματογραφικός δημιουργός το έκανε πράξη καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Για τον Τρίερ η «ομαδική συνεργασία» είναι το βασικότερο κλειδί για να λειτουργήσει σωστά η διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας, γι’ αυτό και δημιούργησε γύρω του έναν κύκλο σταθερών και αξιόπιστων συνεργατών από τον μοντέρ όλων των μεγάλου μήκους ταινιών του, Ολίβιερ Μπουγκέ Κούτε, τον οποίο και γνώρισε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο EFC, έως τον μόνιμο συνεργάτη του στη συγγραφή σεναρίων, Έσκουλ Βογκτ, με τον οποίον τους δένει μια μακροχρόνια φιλία.
Τα πρώτα βήματα
Η πρώτη του δουλειά, μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο «Pieta», που δημιουργήθηκε το 1999 ενόσω ακόμη φοιτούσε στο National Film and Television School, έχει ως επίκεντρο έναν νεαρό ο οποίος, μέσα από δυνατές, μελαγχολικές εικόνες, αφηγείται την ιστορία της απώλειας του καλύτερου του φίλου και βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ανζέρ. Ακολούθησαν δύο ακόμη ταινίες μικρού μήκους, το «Still» (2001) και το «Procter» (2002), προτού του δοθεί η ευκαιρία για ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο μεγάλου μήκους με την ταινία «Reprise» το 2006.
Μια ανεπίσημη «τριλογία»
Η ιδέα να συνδεθούν οι τρεις αυτές ταινίες μεταξύ τους δημιουργώντας την άτυπη «Τριλογία του Όσλο» δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του Γιόακιμ Τρίερ , έως ότου ο πρωταγωνιστής και των τριών φιλμ, Άντερς Ντάνιελσεν Λι, διάβασε το σενάριο του «Χειρότερου Ανθρώπου στον Κόσμο» λέγοντας στον σκηνοθέτη: «Μου αρέσει πολύ το σενάριο. Αλλά το αισθάνομαι ως μια συνέχεια. Αισθάνομαι σαν να κάνεις ένα τρίτο μέρος σε μια τριλογία για το Όσλο».
Κοινά χαρακτηριστικά και των τριών ταινιών ότι διαδραματίζονται στη νορβηγική πρωτεύουσα εξετάζοντας τη ζωή του ατόμου μέσα από το μικροσκόπιο. Στον πυρήνα τους βρίσκουμε την έννοια του χρόνου, την αδυσώπητη πορεία του προς τα μπρος και την επιθυμία των ηρώων να τον σταματήσουν. Σχετικά νεαροί, είτε τρέχουν με γρήγορο βήμα προς το μέλλον τους είτε προσπαθούν να το αποφύγουν, πάντα γεμάτοι με αβεβαιότητες και ανασφάλειες είτε λόγω των φιλοδοξιών τους είτε λόγω του αισθήματος της αποτυχίας. Αγωνιώντας να δώσουν νόημα και σκοπό στην ύπαρξη τους, συχνά πιέζονται υπό το βάρος των προσδοκιών. Η θεματική της ταυτότητας, της αυτογνωσίας και της μνήμης καθώς και η αίσθηση της μοναξιάς των χαρακτήρων επίσης ενυπάρχει και στα τρία έργα.
Ισχυρός συνδετικός κρίκος της τριλογίας η παρουσία του Νορβηγού ηθοποιού Άντερς Ντάνιελσεν Λι και στα τρία μέρη, ως Phillip, Anders και Aksel, του οποίου οι τρεις χαρακτήρες, αν και διαφορετικοί μεταξύ τους, δίνουν την αίσθηση της εξέλιξης ενός ήρωα-αρχέτυπου που συνδέεται στον χρόνο και τον χώρο μέσω των τριών έργων.
Αριστούλα Ζαχαρίου
Υπό τους ήχους του “New Dawn Fades” των Joy Division, η εναρκτήρια σεκάνς του “Reprise” (2006) απεικονίζει κομψά ντυμένους νέους από την παρέλαση της εθνικής γιορτής της Νορβηγίας να κάνουν εμετό στο δρόμο, ο ένας μετά τον άλλον, σε αργή κίνηση. Η πρώτη πράξη της “τριλογίας του Όσλο” του Γιόακιμ Τρίερ σκιαγραφεί το μοτίβο που θα ακολουθήσει στις επόμενες ταινίες του. Άνθρωποι λίγο μετά τα είκοσι και στην αυγή των τριάντα, οι οποίοι κάτω από την άψογη και αρυτίδωτη κοψιά τους έχουν αποθηκεύσει ένα οξύ που τους καίει τα σωθικά. Σε μια μέρα ενωτική και κατά τη διάρκεια μιας κίνησης μαζικής, αυτοί οι νέοι προχωρούν άθελά τους σε μια πράξη απείθειας, η οποία ακούσια συμβολίζει την απόρριψη του συλλογικού και τη στροφή στον ατομικισμό. Αντίστοιχα κατά λάθος, καθώς δεν το είχε σχεδιάσει εξαρχής, ο Τρίερ βρέθηκε να ολοκληρώνει με τον “Χειρότερο Άνθρωπο στον Κόσμο” μια τριλογία που μιλά περισσότερο για τα υπαρξιακά άγχη της γενιάς του, αλλά και της επόμενης, παρά για τη γραφική νορβηγική πρωτεύουσα. Ο τρόπος με τον οποίο τα χειρίστηκε προσδίδει σ’ αυτή την τριάδα ταινιών τη γοητεία της, αλλά εκεί ακριβώς είναι που εντοπίζονται και τα μειονεκτήματά της.

Πορτρέτο ενός καλλιτέχνη
Ήδη δημοφιλείς ταινίες (“Trainspotting”, “Fight Club”, “American Psycho”) είχαν περιγράψει γλαφυρά τον ανθρωπότυπο που αναδυόταν τη δεκαετία του ’90 προτού επικρατήσει ολοκληρωτικά από τα 00s και μετά. Γόνος του “ριγκανικού” γιάπη, είναι εκείνος ο στρέιτ, γοητευτικός, εξαιρετικά ταλαντούχος και σίγουρος για τον εαυτό του άντρας με σαφείς τους στόχους που πρέπει να πετύχει στη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, είναι βαθιά συμπλεγματικός, τοξικός και ανίκανος να διαχειριστεί την πίεση που συνοδεύει την αποτυχία. Στο ντεμπούτο του, “Reprise”, φέρνοντας το παραπάνω είδος αρσενικού στη νορβηγική πραγματικότητα, ο Τρίερ κατάφερε να εξερευνήσει τις περιπλοκότητες που προκύπτουν όταν στη μείξη προστίθεται ο παράγοντας της δημιουργικότητας. Ένα στοιχείο μείζονος σημασίας στους ήρωες της τριλογίας. Εν προκειμένω, δύο νέοι συγγραφείς και φίλοι, έναν εκ των οποίων υποδύεται ο Άντερς Ντάνιελσεν Λίε –μόνος πρωταγωνιστής και στα τρία φιλμ– ολοκληρώνουν τα πρώτα μυθιστορήματά τους και η επιτυχία τους περιμένει, με απροσδόκητες ωστόσο συνέπειες για τον καθένα. Ο χαρακτήρας του Λίε καταρρέει ψυχολογικά, ενώ ο άλλος καταλαμβάνεται από υψοφοβία μόλις συνειδητοποιεί ότι πλησιάζει την κορυφή.
Το κεντρικό δίδυμο αποτελεί μια σκοτεινότερη εκδοχή της σχέσης του ίδιου του Τρίερ με το σεναριογράφο Έσκιλ Βογκτ. Σπούδασαν αμφότεροι σινεμά στο εξωτερικό σε κορυφαία πανεπιστήμια και συνεργάζονται αδιαλείπτως από τις μικρού μήκους του σκηνοθέτη μέχρι σήμερα. Το “Reprise”, θυμίζουμε ντεμπούτο του Τρίερ, θίγει ακριβώς την αγωνία ενός καλλιτέχνη που ξεκινά το έργο του, αλλά νιώθει πως δεν θα αξίζει τίποτα αν δε χριστεί αμέσως αριστούργημα. Οι δύο χαρακτήρες, γαλουχημένοι σε μια νοοτροπία διαρκούς ανταγωνισμού, ευκαιριακών απολαύσεων και της υποχρέωσης να τα καταφέρουν ως άντρες με τις δικές τους δυνάμεις, καταρρέουν υπό το βάρος της συνειδητοποίησης πως η ζωή δεν είναι αυτό που τους υποσχέθηκαν και πως οι ίδιοι μοιάζουν ανεπαρκείς.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΝΤΕΑ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
και σε συνεργασία με την πρεσβεία και το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Νορβηγίας:
Κυριακή 23 Αυγούστου 2026
«ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ / GOING WEST / RETT VEST»
Σκηνοθεσία: Henrik Martin Dahlsbakken
Ηθοποιοί: Iben Akerlie Henrik MestadInga Ibsdotter Lilleaas
Δραματική Κομεντί, 2018, 80’
Γλώσσα: Νορβηγική με Ελληνικούς υπότιτλους
Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του INTERFILM, Luebeck 2017
Η ταινία μας μεταφέρει στις δυτικές ακτές της Νορβηγίας, όπου ένας άνεργος καθηγητής μουσικής ξεκινάει ένα road trip με τον τρανς πατέρα του για να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας του. Πατέρας και γιος, αποξενωμένοι μέχρι εκείνη τη στιγμή, θα μοιραστούν μια εμπειρία που θα τους αλλάξει και θα επαναπροσδιορίσει τη σχέση τους.
Το τοπίο της Νορβηγίας παρέχει ένα εντυπωσιακό σκηνικό για αυτή την όμορφα γυρισμένη ταινία. Το καστ στο σύνολό του κρατά ψηλά το ρυθμό, περνώντας αβίαστα από την κωμωδία στην τραγωδία και πάλι πίσω. Το Going West διαπραγματεύεται πώς είναι να τρέχεις σε διαφορετικό μήκος κύματος από όλους τους άλλους και τελικά να μαθαίνεις να είσαι εντάξει με αυτό.
Κυριακή 23 Αυγούστου 2026
«Victoria»
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Torun Lian
Έτος κυκλοφορίας: 2013
Γλώσσα: Νορβηγικά με Ελληνικούς υπότιτλους
Διάρκεια: 105′
Παίζουν: Iben Akerlie, Jakob Oftebro, Bill Skarsgård, Petronella Barker, Fridtjov Såheim, Erika Nikita Ravn-Christensen, Anneke von der Lippe, Eindride Eidsvold,Oscar Koss, Amanda Ooms, Magnus Roosmann, Harry Thorfinn.
Η «Victoria», είναι η ιστορία ενός αδύνατου ειδυλλίου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, στη Νορβηγία, δύο παιδιά, η κόρη του γαιοκτήμονα και ο γιος του μυλωνά, δένονται με ισχυρά συναισθήματα που αναπόδραστα θα καταλήξουν στον έρωτα.
Ο γαιοκτήμονας, κατάλοιπο ενός παρωχημένου φεουδαλικού κοινωνικού συστήματος, κατοικεί στον «πύργο» του, κρατά, σε ένα μάλλον συμβολικό επίπεδο, την παραδοσιακή εξουσία του πάνω στους χωριάτες και, προσπαθώντας να διατηρήσει τον τρόπο ζωής μιας κοινωνικής τάξης που έχει χάσει κάτω από τα πόδια της το έδαφος του παραγωγικού συστήματος που την υποστήριζε, είναι φυσικά καταχρεωμένος.
Το χρέος θα είναι το κεντρί με το οποίο οι δυναμικές της αστικής κοινωνίας θα σπάσουν τη φυσαλίδα του μικρόκοσμού του, αναγκάζοντάς τον να εκποιήσει και το τελευταίο του περιουσιακό στοιχείο: την κόρη του Βικτώρια. Το κουφάρι του κόσμου των γαιοκτημόνων θα γυρίσει το μέσα έξω αφήνοντας να φανεί, δίπλα στο αριστοκρατικό μεγαλείο, εκείνο που πάντοτε ήταν από μέσα του: την απάνθρωπη ηθική του ευτέλεια. Μαζί της θα έρθει στην επιφάνεια, όχι μόνο και όχι τόσο, η καταπίεση των χωρικών, όσο και κυρίως, το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι αφέντες, όντας και αυτοί δεσμώτες της ίδιας ταξικής ιεραρχίας που συντηρούσαν, συνθλίβονται κάτω από το βάρος της.
Ο γιος του μυλωνά, είναι ο εκπρόσωπος της νεοτερικής-αστικής κοινωνικής πραγματικότητας και, σύμφωνα με τη μυθολογία της, δεν θα είναι κάποιος εκ γενετής και εξ αίματος προορισμένος, αλλά ο «άξιος», εκείνος που, χάρη στο συγγραφικό του τάλαντο, ανοίγεται στην νέα αυτή κοινωνία και, πιάνοντας το σφιγμό της, δεν θα διστάσει να θυσιάσει την καλλιτεχνική του ελευθερία στις επιταγές της αγοράς προκειμένου να επιτύχει: κερδίζει χρήμα, δόξα και ανέρχεται στη νέα προνομιούχο τάξη.
Αντίθετα, ο γαιοκτήμονας θα γίνει παρανάλωμα της φωτιάς που καταστρέφει το κόσμο του σέρνοντας πίσω του και την Βικτώρια.
Αν στην αρχή το ειδύλλιο ήταν αδύνατο λόγω της ταξικής διαφοράς των αφεντάδων με τους χωρικούς, στη συνέχεια θα γίνει ακόμα πιο αδύνατο, χάνοντας κάθε νόημα. Οι δύο επίδοξοι εραστές βρίσκονται πια ερμητικά απομονωμένοι σε ασύμβατους κόσμους, ο ένας από τους οποίους βλασταίνει πάνω στα σεσηπότα απομεινάρια του άλλου.
Αυτό που, στο δικό της κόσμο, είναι για την Βικτώρια η τραγωδία της ύπαρξής της, στον κόσμο του αγαπημένου της δεν μπορεί να γίνει τίποτε παραπάνω από το συγγραφικό κεφάλαιο του Γιοχάννες, πηγή της συγγραφικής του έμπνευσης, με την οποία παράγει το βιβλίο-εμπόρευμα, που είναι ταυτόχρονα και το εισιτήριό του για τον κόσμο που ανατέλλει.
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Knut Hamsun. Ο Hamsun, νομπελίστας του 1920, που δώρισε το βραβείο του στον Γκαίμπελς, ανήκει στην ομάδα εκείνη των μεγάλων καλλιτεχνών, μαζί με τον Ezra Pound, τον Filippo Marinetti και άλλους, που γοητεύτηκαν από το φασισμό, για να τσακιστούν στα βράχια της ναζιστικής θηριωδίας. Ωστόσο, «ποιητές φασίστες υπάρχουν˙ φασιστικά ποιήματα όμως όχι» και ο άνθρωπος-άθυρμα της ιστορίας που αναδύεται από την Βικτώρια παραμένει ένα από τα λογοτεχνικά επιτεύγματα του συγγραφέα της.
Στο ατημέλητα εξπρεσιονιστικό découpage της Torun Lian η επαλληλία αγεφύρωτων σκηνών, κάνει το αίμα της πραγματικότητας να κυκλοφορεί στις φλέβες της κινηματογραφικής αφήγησης, ζωντανεύοντάς την και περιορίζοντας δραστικά τις αναλογίες των αναπόφευκτων μελοδραματικών τόνων της πλοκής.
Κυριακή 9 Αυγούστου 2026
“Μια ευτυχισμένη μέρα (Α happy day)”
Νορβηγία 2023 (1h 53min)
Το νορβηγικό δράμα του Hisham Zaman, το οποίο έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Centrepiece του Φεστιβάλ του Τορόντο στις 11 Σεπτεμβρίου 2023, είναι η πιο φιλόδοξη ταινία του μέχρι σήμερα.
Όπως στις περισσότερες από τις προηγούμενες ταινίες του Zaman, από την πρωτοποριακή του ταινία μικρού μήκους Bawke (2005) – μέχρι τις ταινίες του Before Snowfall και Letter to the King (και οι δύο βραβευμένες με το βραβείο Dragon για την καλύτερη σκανδιναβική ταινία), η ταινία A Happy Day απεικονίζει τη μοίρα των προσφύγων και αντλεί έμπνευση από την προσωπική εμπειρία του σκηνοθέτη. «Ήμουν πρόσφυγας μεταξύ 10 και 17 ετών, μετακινούμενος από χώρα σε χώρα με την οικογένειά μου», τονίζει ο Zaman, γεννημένος στο Κουρδιστάν του Ιράκ.
Η ιστορία αφηγείται την ιστορία τριών εφήβων αγοριών, που έχουν κολλήσει σε ένα απομακρυσμένο κέντρο ασύλου στην παγωμένη βόρεια Νορβηγία. Έχετε τον ποιητικό Χαμίντ, τον λογικό Άρας και τον άνετο Ισμαήλ. Ξέρουν ότι μόλις γίνουν 18 ετών, το νορβηγικό κράτος θα τους διώξει από τη χώρα με μια βαλίτσα 23 κιλών. Έτσι, η τριάδα καταστρώνει ένα σχέδιο διαφυγής – θα πάνε πέρα από τα βουνά όπου τους περιμένει μια νέα ζωή με ελπίδα. Αλλά το σχέδιό τους, ακόμη και η φιλία τους, κλονίζονται όταν ο Χαμίντ ερωτεύεται την Άιντα.
Ο Ζάμαν είπε ότι η ιδέα για την ιστορία του ήρθε για πρώτη φορά στο μυαλό κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής προσφυγικής κρίσης του 2015, όταν είδε από το παράθυρό του τη δυσκολία της Νορβηγίας να αντιμετωπίσει τους χιλιάδες νεοαφιχθέντες αιτούντες άσυλο. «Το παρατηρούσα αυτό, νιώθοντας απελπισμένος, όταν άρχισα να σκέφτομαι έναν πιθανό τρόπο να αφηγηθώ τις ιστορίες τους. Τότε είδα μια νέα οπτική γωνία, εστιάζοντας στους ασυνόδευτους ανηλίκους», μας είπε ο σκηνοθέτης, πριν από την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο Τορόντο.
«Μερικοί ασυνόδευτοι ανήλικοι φτάνουν σε ηλικία 15 ετών, λαμβάνουν επιστολή απόρριψης από την κυβέρνηση στα 16 τους και στη συνέχεια έχουν την ευκαιρία να ασκήσουν έφεση στην ηλικία των 17 ετών, αλλά το σύστημα που υπάρχει περιμένει να γίνουν 18 ετών για να τους απορρίψει», επεσήμανε ο σκηνοθέτης.

Για να αναδείξει την αμφιλεγόμενη μεταχείριση των νεαρών αιτούντων άσυλο στη Νορβηγία, ο σκηνοθέτης επικεντρώθηκε στον παραλογισμό της κατάστασης, προσδίδοντας στο σοβαρό θέμα έναν κωμικά παράλογο τόνο, ελαφρότητα, ζεστασιά, ακόμη και χαρά. «Παρόλο που είναι μια σκληρή ιστορία, καθώς τα τρία αγόρια αντιμετωπίζουν την απέλαση, είναι σαν οποιοδήποτε άλλο παιδί στον κόσμο, ζώντας κάθε μέρα στο έπακρο, με την απερισκεψία που συνοδεύει τη νεότητα. Η ειρωνεία είναι ότι τα αγόρια φοβούνται σχεδόν περισσότερο να γίνουν 18 ετών παρά να τους διώξουν από τη Νορβηγία. Ήθελα να δώσω ζεστασιά σε αυτή τη ζοφερή κατάσταση», είπε ο Zaman, ο οποίος εμπλούτισε την κινηματογραφική του παλέτα με ποίηση και φανταστικές εικόνες.
«Όταν γράφω, εισάγω λίγο από τον εαυτό μου σε κάθε χαρακτήρα, επομένως ο ποιητής Hamid είναι σίγουρα κοντά μου. Αγαπώ την ποίηση – τη νορβηγική, την ιρανική, την κουρδική, όπως τους κλασικούς ποιητές Nalî και Mahwi».
Εστιάζοντας στις ανθρώπινες πτυχές, στα παγκόσμια όνειρα των αγοριών για μια καλύτερη ζωή και στον έρωτα, η πρόθεση του σκηνοθέτη ήταν επίσης να δείξει ότι οι πρόσφυγες είναι «περισσότερο παρόμοιοι παρά διαφορετικοί από εμάς».
Μέσα από την έρευνά του και τις πολλές ώρες που πέρασε με ανηλίκους σε νορβηγικά κέντρα προσφύγων, αυτό που του έκανε εντύπωση είναι ότι «οι πρόσφυγες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της νορβηγικής κοινωνίας, πολύ περισσότερο από ό,τι θέλει να πιστεύει το σύστημα», παρατήρησε.
Για να προσδώσει αυθεντικότητα στους χαρακτήρες, ο Zaman άντλησε από την εμπειρία του από την εργασία του με ερασιτέχνες και μαζί με την ατζέντισσα κάστινγκ Nina Erdahl, ξεκίνησαν ένα κυνήγι σε διάφορα σχολεία και χώρους συναναστροφής για εφήβους. Βρήκε τον Salah Qadi, ο οποίος υποδύεται τον κεντρικό χαρακτήρα του Hamid, σε μια στάση λεωφορείου. «Εκείνη την ημέρα έλειπε από το σχολείο με τους φίλους του», τόνισε ο Zaman.

Καθώς τα γυρίσματα καθυστέρησαν για περισσότερο από ένα χρόνο λόγω της Covid, ο σκηνοθέτης μπόρεσε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο σε πρόβες και εργαστήρια υποκριτικής με τους νέους. «Συνήθως χρησιμοποιώ μια νατουραλιστική προσέγγιση για τη διαμόρφωση των χαρακτήρων. Λέω στους ερασιτέχνες ότι ο καλύτερος τρόπος δεν είναι να υποδύονται, απλώς να είναι», είπε ο Zaman, ο οποίος ελπίζει ότι ο φυσικός τρόπος των νέων ηθοποιών να μεταφέρουν τα συναισθήματα θα φτάσει κατευθείαν στις καρδιές του κοινού.
«Θέλω οι άνθρωποι να αναλογιστούν τη μοίρα των αγοριών, αλλά και να συγκινηθούν και να ψυχαγωγηθούν», επιμένει ο Zaman, ο οποίος χρησιμοποίησε επίσης το δραματικό σκηνικό της Βόρειας Νορβηγίας για να ενισχύσει την αφήγηση.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Filmcamp, στον δήμο Måselv, όπου η Zaman γύρισε την προηγούμενη ταινία της, Before Snowfall . «Χρησιμοποιήσαμε αναμορφικούς φακούς και με τον διευθυντή φωτογραφίας μου, Lukasz Zamaro, συνεργαστήκαμε στενά με το φως για να δημιουργήσουμε μια αντίθεση μεταξύ του παγωμένου τοπίου και της ζεστασιάς που περιβάλλει τους κύριους χαρακτήρες».
Το γύρισμα μόνο 1-2 εικόνων ανά σκηνή ήταν ένα ακόμη κόλπο «για να δημιουργηθεί ρυθμός και η έννοια του χρόνου που κινείται αργά».
«Η ταινία αφορά την αναμονή», τονίζει ο Zaman. «Περιμένοντας να κλείσεις τα 18, περιμένοντας την αγάπη, περιμένοντας μια καλύτερη ζωή».
Μιλώντας για την παραγωγή, ο Zaman λέει ότι το να φοράει το καπέλο του σεναριογράφου, του σκηνοθέτη και παραγωγού μέσω της εταιρείας του Snowfall Cinema ήταν «ένα μεγάλο προνόμιο». «Αυτό μου έδωσε πραγματική καλλιτεχνική ελευθερία αλλά και μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στο προσωπικό και τους χρηματοδότες μου», παραδέχτηκε, προσθέτοντας: «Μπορούσα να το κάνω αυτό μόνο χάρη στην υποστήριξη των συνεργατών μου παραγωγών Turid [Øversveen] και Renée [Hansen Mlodyszewski]. Η συνεργασία με αυτές τις δύο κυρίες ήταν εμπνευστική και διασκεδαστική. Πήραν την ιστορία στην καρδιά τους και πίστεψαν σε μένα», είπε.
Το να βρίσκεται στο Τορόντο, ένα βασικό σημείο εκκίνησης για τις ευρωπαϊκές ταινίες, είναι ένα ακόμη επίτευγμα για το οποίο ο Zaman είναι περήφανος, για ολόκληρη την ομάδα του.
Στη συνέχεια στη λίστα του είναι ένα άλλο μεγάλου μήκους έργο, «όχι μακριά από το A Happy Day , αν και πιο μινιμαλιστικό», λέει ο σκηνοθέτης, του οποίου τα σημεία αναφοράς είναι οι Robert Bresson, Andrei Tarkovsky, Michelangelo Antonioni, Michael Haneke και Larissa Shepitko.
Ο Zaman θα αφιερώσει επίσης τον χρόνο του στην υποστήριξη ανερχόμενων ταλέντων Νορβηγικής καταγωγής μέσω του εκπαιδευτικού προγράμματος «Var sin cinema», το οποίο υποστηρίζεται από τη Νορβηγική Σχολή Κινηματογράφου και το Νορβηγικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. «Απλώς χρειαζόμαστε περισσότερα ταλέντα με μειονοτικό υπόβαθρο. Οι ιστορίες τους πρέπει να ειπωθούν».
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026
« Let the River Flow »
Written and directed: by Ole Giaever
Starring: Ella Marie Hætta Isaksen, Gard Emil, Sofia Jannok, Beaska Niillas, Marie Kvernmo
Produced: by Maria Ekerhovd, Mer Film.
Γλώσσα: Νορβηγικά
Διάρκεια: 124 λεπτά
ΒΡΑΒΕΙΑ ΝΟΡΒΗΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 2023 – Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, 2ου ρόλου (Emil)
ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΓΚΕΤΕΜΠΟΡΓΚ 2023 – ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ
ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΤΡΟΜΣΟ 2023 – ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΤΟ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2023
Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα που ενέπνευσαν μια γενιά νέων Νορβηγών, το κομψό, πολυβραβευμένο ιστορικό δράμα του συγγραφέα/σκηνοθέτη Όλε Γκίβερ ακολουθεί μια νεαρή γυναίκα που άθελά της παρασύρεται σε μια διαμαρτυρία κατά ενός φράγματος που μπορεί να πλημμυρίσει τη γη των ιθαγενών Σαάμι.
Μια γυναίκα ανακαλύπτει την πολιτιστική και προσωπική της ταυτότητα μέσα από τις διαμαρτυρίες των Σαάμι (των ιθαγενών της Σκανδιναβίας) στη Νορβηγία στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
Η μουσικός και ηθοποιός, Έλλα Μαρί Χέτα Ισακσέν, υποδύεται την Έστερ, η οποία παλεύει με τη νεανική της ταυτότητα, διχασμένη ανάμεσα στις οικογενειακές της ευθύνες και τη δουλειά της ως δασκάλα. Σε αυτό προστίθεται η κρίση της πολιτιστικής ταυτότητας των Σαάμι, την οποία συνήθως κρατάει κρυφή η οικογένειά της και την οποία φέρνει ξαφνικά στη ζωή της ο ξάδερφός της, Μιχκάλ ( Γκαρντ Εμίλ ). Ο Μιχκάλ ζει πιο ανοιχτά με την σαάμι κληρονομιά του, συμπεριλαμβανομένων των παραδοσιακών ενδυμάτων και εθίμων, και ωθεί την Έστερ να συμμετάσχει σε μια μεγάλη διαμαρτυρία για να σταματήσει η κυβέρνηση την κατασκευή φράγματος σε ένα ποτάμι και να πλημμυρίσει την παραδοσιακή γη των Σαάμι.
Η Έστερ και η νεοσύστατη ομάδα διαμαρτυρίας των Σαάμι περνούν από όλα τα σκαμπανεβάσματα που σχετίζονται με αυτό, από τον δεσμό τους μέσω της ιστορίας και του πολιτισμού τους, μέχρι τις απεργίες πείνας και τις αστυνομικές επεμβάσεις. Για κάθε στιγμή ελπίδας, υπάρχει πάντα ο υφέρπων φόβος τους για την τελική, τραγική άρνηση αυτού που δικαιωματικά τους ανήκει. Το “Let the River Flow” περιγράφει λεπτομερώς τον αντίκτυπο που έχουν τα εξεταζόμενα ζητήματα στον λαό των Σαάμι, μια σύγκρουση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ενώ ο χαρακτήρας της Έστερ οδηγείται από την νεανική αφέλεια στην έντονη δράση κατά τη διάρκεια της ταινίας, πέρα από τον εκφοβισμό στον χώρο εργασίας και τις οικογενειακές πιέσεις, δεν μας παρουσιάζεται η διαδικασία του ταξιδιού της προς τον εξτρεμισμό, αλλά μάλλον τα αποτελέσματα. Ο σκηνοθέτης Όλε Γκίβερ δίνει στην Ισακσέν πολλές ευκαιρίες να δείξει το βάθος της, αλλά μια πιο κεντρική εστίαση στον χαρακτήρα που εξελίσσεται μέχρι τα τελικά του στάδια θα είχε προσθέσει περισσότερη ενσυναίσθηση και αξιοπιστία.
Οι κεντρικές συγκρούσεις της ταινίας: ταυτότητα, οικογένεια, πολιτισμός, είναι καθολικές, αλλά το κεντρικό ζήτημα των δικαιωμάτων των αυτόχθονων πληθυσμών είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Το συναρπαστικό θέαμα του Let The River Flow εισαγάγει το κοινό στην κουλτούρα, την ιστορία και τα ζητήματα των Σαάμι. Μαζί με την σαγηνευτική και συναισθηματική ερμηνεία του Isaksen, το τοπίο της Νορβηγίας είναι εμφανές εδώ, με υπέροχη κινηματογράφηση και παρατεταμένα πλάνα τοπίων που προσθέτουν στο βάθος του προσωπικού ταξιδιού της Ester.
Σαράντα εφτά χρόνια μετά την πραγματική διαμαρτυρία για το φράγμα Άλτα, το LEET THE RIVER FLOW αποδίδει με δυναμικό τρόπο την οργή που βοήθησε στην αποκάλυψη της σκοτεινής ιστορίας καταπίεσης των ιθαγενών της Νορβηγίας στο πλαίσιο της πολιτικής αφομοίωσης « νορβηγοποίησης», ένα σημείο καμπής στον αγώνα για τα δικαιώματα των Σαάμι. Αρθρώνοντας συγκινητικά τον αποικιακό αντίκτυπο μιας κουλτούρας που επιδιώκει να αρνηθεί μια άλλη και πολύ ηχηρό στο πλαίσιο της (συνεχιζόμενης) ιστορίας των Αβορίγινων της Αυστραλίας, η συναρπαστική ταινία του Giæver είναι μια συγκινητική ιστορία υπερηφάνειας και ανάδειξης της φωνής των μειονοτήτων.


